Friday, July 11, 2008

Έκθεση υπέρ της αποταμίευσης

Πριν από χρόνια, τότε που ήμασταν νέοι βλόγγερς και γράφαμε μέρα παρά μέρα (και περνάγαμε και μια ώρα τη μέρα στο monitor), είχα διαβάσει με μεγάλο ενδιαφέρον μια διήγηση του Σνικόλα για τον φατ μπόι.
Ο φατ μπόι λοιπόν ήταν ένας τεράστιος κουμπαράς που είχε αγοράσει ο φίλτατος Σνικόλας και τον οποίο γέμιζε μόνο με δίευρα. Τελικά, στη σύντομη ζωή του ο φατ μπόι κατάφερε να συγκεντρώσει 1.342 ευρώ, μια χαρά δηλαδή.
Όπως άλλωστε γνωρίζετε όλοι, ο Σνικόλας είναι πολύ ινφλουέντσιαλ και με επηρέασε. Σε κάποια λοιπόν από τα ανεβοκατεβάσματα στη Μακεδονία πήρα και εγώ έναν κουμπαρά από τα Τέμπη και τον ονόμασα Κουμπαρά (σε στιγμή έμπνευσης).
Τοποθέτησα που λέτε τον κουμπαρά σε κεντρικό σημείο και αποφάσισα να τον γεμίζω με μονόευρα και δίευρα αποκλειστικά.

Η *Αθηνά* μου βέβαια δεν αντιμετώπισε με πολύ ενθουσιασμό το πρότζεκτ. Στην πραγματικότητα δεν έβαλε ποτέ λεφτά στον κουμπαρά και μια φορά ξεσκονίζοντας πήγε να τον ρίξει δήθεν τυχαία. Μόνο με άφησε στην προσπάθεια για αποταμίευση.

Χθες, μετά από δεν ξέρω και εγώ πόσο καιρό, ο κουμπαράς τίγκαρε. Η συγκυρία ήταν ευτυχής, γιατί αύριο με το καλό αναχωρώμεν δια τις διακοπάς μας, οπότε το χρήμα είναι πάντα ευπρόσδεκτο και δη το ζεστό.
Παρουσία λοιπόν της *Αθηνάς* μου και του κουμπάρου μου (γνωστό ρεμάλι εκπαιδευτικό που συνεχίζει την πολυετή του τουρνέ στα ελληνικά νησιά), έβγαλα από την εργαλειοθήκη το σφυρί και κρακ! τον έσπασα.
Το σπάσιμο του κουμπαρά αποδείχθηκε ιδιαίτερα διασκεδαστικό για τον κουμπάρο και την *Αθηνά* μου. Καταρχήν άρχισαν να με κοροϊδεύουν γερολαδά και σκρουτζ, που κάθισα να χωρίσω τα ευρά από τα δίευρα για να τα μετρήσω. Μετά, όταν άρχισα να μετράω ξεκίνησαν το γνωστό παιχνίδι "λέω όσα νούμερα μαζεμένα μπορώ για να μπερδέψω τον άλλο", αλλά φευ! είχα αυτοσυγκεντρωθεί στι ιερό μου έργο.
Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι εκτός από τα μονόευρα και τα δίευρα στον κουμπαρά βρέθηκαν μερικά άσχετα ψιλά (που η *Αθηνά* μου ομολόγησε ότι έριξε σε στιγμή αδυναμίας) και ένα κουμπί. Το μυστήριο του κουμπίου δεν λύθηκε.
Τελικώς, μετά από κάμποσα πεντάλεπτα ολοκλήρωσα την μέτρηση: 400 ευρά και κάτι ψιλά. Μια χαρά μπουναμάς δηλαδή, όχι διαστάσεων φατ μπόι, αλλά τις μισές διακοπές μας τις έβγαζε (στα χωριά μας θα πάμε, τι νομίζατε, στο μοντε κάρλο θα πηγαίναμε;).
Τα ψιλά μπήκαν σε σακούλα με προορισμό το φαρμακείο, του οποίου τις ανάγκες σε ψιλά θα ικανοποιούσε για το υπόλοιπο καλοκαίρι.
Έλα όμως που είχα ξεχάσει το σημαντικό! Τα εισιτήρια της Μετζένα! 4 Χ 100 ίσον 400 ευρουλάκια φορτωμένα στην πιστωτική. Άρα ο κουμπαράς πήγε υπέρ της βασιλίσσης της πωπ.

Αυτά.
Πουλάκια μου καλές διακοπές, εμείς θα λείψουμε για τρεις εβδομάδες στο εξωτικό χωριό μας στην Πιερία και στον εξωτικό χωριό μας στην Αρκαδία και άντε να δούμε. Υπόσχομαι απντέιτ διακοπών.
Καλά να περάσετε όργια!

ΥΓ. Ο Κουμπαράς ήδη αντικαταστάθηκε από τον Κουμπαρά ΙΙ (η επιστροφή). Για ακόμα καλύτερες μέρες.

Monday, July 7, 2008

Αγαπώ ένα Φρικιό (I only want to be with you)

Εμπνεύστηκα από τον anubis. Και τώρα σας παρουσιάζω
σε παγκόσμια πρώτη
έναν φόρο τιμής στη χώρα που φιλοξενεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες
και στην τίμια κυριλέ φοιτήτρια της νομικής, που αγαπά έναν νέο διαφορετικών πεποιθήσεων

Thursday, July 3, 2008

έκτακτο παράρτημα

νταξ΄, όπως ξέρετε δύσκολα προτείνω άλλους βλόγγερς, όχι επειδή είμαι σνομπ (που δεν είμαι), ούτε επειδή πιστεύω ότι είμαι ο καλύτερος από όλους (που είμαι), απλά δεν το συνηθίζω
αλλά σήμερα θα κάνω μια εξαίρεση
επειδή το τελευταίο τέταρτο κλαίω από τα γέλια
με ΑΥΤΟ

Monday, June 30, 2008

του γείτονά σου η χαρακιά

Ένα από τα αγαπημένα μου χόμπι, όταν έμενα στο Θησείο, ήταν να μετακινώ καφάσια και καρέκλες που έξυπνοι συμπολίτες μου τοποθετούσαν και να παρκάρω. Ιδιαίτερη αδυναμία είχα στον ιδιοκτήτη σχολής οδηγών επί της Νηλέως, ο οποίος είχε φτιάξει ένα ωραιότατο παλούκι μετά βάσης, στο οποίο είχε βάλει το σήμα απαγόρευσης της στάθμευσης. Το παλούκι ο καλός αυτός κύριος το έβαζε μπροστά από τη σχολή του για να κρατά τη θέση του, όσο έλειπε σε μάθημα οδήγησης. Και έτσι ακόμα και στις πιο δύσκολες ώρες υπήρχε μια θέση σε απόσταση αναπνοής από το σπίτι.
Παλαιότερα δε είχα επεκτείνει την τέχνη μου και στην αγαπημένη μου περιοχή, το Γκάζι και ιδίως στο πιο δήθεν καγκουρομάγαζο της περιοχής, το Μαμάκας. Το Μαμάκας είχε (και έχει) απλώσει τραπεζάκια στο απέναντι πεζοδρόμιο και φυσικά θεωρεί ότι το ο δρόμος του ανήκει: τοποθετεί λοιπόν καρέκλες και κορίνες σε μήκος 100-200 μέτρων και έδινε (δίνει) οδηγίες στους εργαζόμενούς του να τις προστατεύουν πάσει θυσία, εκτός κι αν πρόκειται για τα SUV τρακτέρ των πελατών του. Ουκ ολίγες φορές είχα πετάξει προκλητικότατα στον κάδο κορίνες του συγκεκριμένου καγκουρομάγαζου και μια φορά μάλιστα είχα διαπληκτιστεί και με έναν εργαζόμενο (αλλά ποτέ με φουσκωτούς, αλλιώς τα είχα μαζέψει διακριτικά, μην σας κάνω και τον καμπόσο).
Ο λόγος που έμπαινα στη διαδικασία δεν ήταν για να γλιτώσω χρόνο. Είναι επειδή μου τη δίνει στα νεύρα η «εξυπνάδα» του ελληναρά (αυτού που χτίζει αυθαίρετο μέσα στο δάσος και μετά φωνάζει στις κάμερες ότι δεν υπάρχει κράτος επειδή του κάηκε το σπίτι στη φωτιά).
Τέλος πάντων. Τα είπα και φούντωσα. Πάμε τώρα στο στόρι.
Την περασμένη Τετάρτη πήγαμε στο Γκάζι να δούμε μια φίλη. Ψάχνοντας για πάρκινκ σε κάποιο από τα στενά (συγκεκριμένα σε μια κάθετο της Τριπτολέμου, εκεί που έχει όλα τα μηχανουργεία) ήταν μια ωραιότατη τεράστια θέση «πιασμένη» με δύο κουβάδες. Μπροστά από ένα ντουβάρι μηχανουργείου, ούτε μαγαζί, ούτε γκαράζ, ούτε σπίτι. Κατέβηκα λοιπόν ωραιότατα, τους μετακίνησα και πάρκαρα.
Πήγαμε για ποτάκι, γυρίσαμε.
Το επόμενο πρωί είχαμε να πάμε με την *Αθηνά* στο Μητέρα να ακούσουμε για πρώτη φορά την καρδιά του εμβρύου. Κατεβαίνω λοιπόν στην πιλοτή και τι να δω.
Τέσσερις ή πέντε «κλειδιές», από άκρη σε άκρη στην πλευρά του οδηγού, τις οποίες προφανώς δεν τις είχα δει το προηγούμενο βράδι που φεύγαμε. Μάλιστα στο μπροστινό φτερό είχε μια επιπλέον μικρή «κλειδιά» μη αφήσει το έργο μισό.
Τι να σας πω. Μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι.


Και τώρα που σας τα γράφω, μια εβδομάδα μετά, ανεβάζω πίεση. Φανταστείτε τη χαρά μου όταν ανακάλυψα επιπλέον ότι η περίφημη «μεικτή» μου ασφάλεια, που καλύπτει επίθεση με μολότωφ, χαλάζι, επίθεση εξωγήινων πολιτισμών και την 7η παρουσία... δεν καλύπτει κακόβουλες πράξεις. «Α, το συμβόλαιό σας γράφει ρητώς τι καλύπτεται και τι όχι», είπε ο ευγενέστατος υπάλληλος και εισέπραξε ένα διόλου ευγενές μπινελίκι (κάπου έπρεπε να ξεσπάσω και εγώ).
Αυτά. Το έμβρυο έχει ακριβώς την ανάπτυξη που πρέπει. Αυτή την εβδομάδα θα αποκτήσει και κεφάλι, γιατί ακόμα είναι ελαφρώς ακέφαλο. Όπως καταλαβαίνετε, προσπαθώ να παραμένω ψύχραιμος.
ΥΓ. Αυτός που μου έκανε τη ζημιά:
-να του καεί το ντιβιντί, το μπλου ρέι και ο σκληρός
-να του καεί το αυτοκίνητο από επίθεση μετεωρίτη και να είναι το μόνο πράγμα που να μην καλύπτει η ασφάλειά του
-να βγάλει μύκητες
-το επόμενο αυτοκίνητο που θα χαράξει να ανήκει σε καρατέκα/φουσκωτό/ψυχοπαθή σοδομιστή μεγάλων ζώων. και να τον πιάσουν επ αυτοφόρω

Monday, June 23, 2008

Ελληνίδα μάνα

Είσαι γυναίκα και έχεις γεννηθεί και μεγαλώσει στην ευλογημένη τούτη χώρα.

Είσαι μια φυσιολογική κοπέλα. Ή κάπως τρελούτσικη. Είσαι μια φτωχή κοπέλα, ή η κόρη του Λάτση. Είσαι μια ασκημούλα κοπέλα, ή γκομενάρα. Είσαι μια έξυπνη γυναίκα, ή πιο χαζή κι από τον τοίχο. Είσαι αγρότισα. Ή αρτίστα.
Ανεξάρτητα με το ποια είναι η πορεία σου στη ζωή.
Ανεξάρτητα με τη μόρφωσή σου.
και κυρίως Ανεξάρτητα με το ποια είναι τα πιστεύω σου,
Αν ποτέ σου αποκτήσεις παιδί
ΘΑ ΓΙΝΕΙΣ Η ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΜΑΝΑ.
(η ίδια, με μικρές παραλλαγές στις βεσιόν).

Ας πιάσουμε τη δική μου ας πούμε. Την είχε την ταραχώδη της νεανική ηλικία. Και τα Πολυτεχνεία της, και τα χιπιλίκια της, και τα καλλιτεχνικά της. Αλλά και τα μικροαστικά της: τα δύο παιδιά, την εγκατάλειψη της εργασίας υπέρ της οικογενείας, ξέρετε τώρα.

(και τώρα, μετά από αυτή την εξαίρετη εισαγωγή με αναφορές στη θέση της ελληνίδας στο κοινωνικό προτσές, πάμε στην αφορμή του σημερινού ποστ)

Σήμερα, που λέτε, ξυπνάω, φτιάχνω τον καφέ μου και πριν φύγω για τη δουλειά παίρνω τηλέφωνο τη μάνα μου.
-Γεια σου μάνα, τι γίνεται;
-Γειά σου παιδί μου. Όλα καλά;
-Καλά ρε μάνα. Ο μπαμπάς καλά;
-Καλά. Πώς είναι η Αθηνά;
-Καλά, μια χαρά, Νυστάζει όλη την ώρα. Την Τετάρτη θα πάμε και στο γιατρό.
-Πάλι; Μα καλά, δεν είχατε πάει την περασμένη βδομάδα;
-Ε... όχι, την προπερασμένη.
-Συμβαίνει κάτι, υπάρχει κάποιο πρόβλημα και δεν μου το λέτε;
-Όχι ρε μάνα, τι πρόβλημα να υπάρχει;
-Άκου να δεις, μη μου τα λες εμένα αυτά, εγώ σε γέννησα.
-Δεν αντιλέγω, εσύ με γέννησες.
-Λοιπόν;
-Τι λοιπόν, τακτικός έλεγχος είναι.
-Δύο εβδομάδες μετά;
(προσοχή: ακολουθεί πάσα δεύτερου θέματος)
Σας κοροϊδεύουν μου φαίνεται οι γιατροί για να σας τα παίρνουν.
-Μα τι λες ρε μάνα;
-Εγώ όταν ήμουν έγκυος ο γιατρός μού έλεγε να πηγαίνω μια φορά το μήνα.
-Ξέρεις η επιστήμη έχει εξελιχθεί τα τελευταία (γκουχ γκουχ) 25 χρόνια.
-Ναι, ναι και μετά πηγαίνουν τις εγκύους και να γεννήσουν στα «ξενοδοχεία» και πληρώνουν 10.000 ευρώ για μια γέννα!
-ΟΚ, για πες τι προτείνεις, να μην πάμε στο γιατρό γιατί εσύ πριν από 30 χρόνια πήγαινες μια φορά το μήνα;!
-Να μην τρώτε κουτόχορτο, αυτό λέω.
(εδώ ο γιος έχει ήδη ανεβάσει πίεση, έχει ξυπνήσει εντελώς, έχει σιχτιρίσει και τον καφέ που πίνει)
-Λοιπόν μάνα έχω μια ιδέα. Να πεις στην *Αθηνά* να μην πάει στο γιατρό και να της πεις και όλα αυτά που μου είπες, τα επιστημονικά.
-Εγώ σε εσένα τα λέω, σιγά μην τη συγχίσω την Αθηνά, έγκυο γυναίκα.
(προσοχή: ακολουθεί πάσα τρίτου θέματος)
Εκτός κι αν τα προλαβαίνεις όλα εσύ. Αν δεν μπορούμε να πούμε μια κουβέντα σαν μάνα και γιος. Γιατί αλλιώς τα λέει η μάνα στο γιο της. Να της πεις καμιά βλακεία, να με κακοχαρακτηρίσει το παιδί.
(εδώ ο γιος δαγκώνει το καλώδιο από το ακουστικό για να μην πάθει κρίση επιληψίας)
-Θύμισέ με μάνα γιατί σε πήρα, για να με τσιτώσεις πρωί πρωί;;
-Να σε τσιτώσω; Γιατί να σε τσιτώσω; Μια κουβέντα λέμε. Δηλαδή να μη μιλάμε καθόλου;
-(παραίτηση) Καλά ρε μάνα. Άντε, τα λέμε.

Τρεις ώρες αργότερα και ενώ είμαι στη δουλειά, ακολουθεί τηλεφώνημα στο γραφείο.
-Έλα παιδί μου τι κάνεις.
-Καλά ρε μάνα.
-Τι ώρα θα πάτε μεθαύριο στο γιατρό; (τύψεις, ενοχές)
-Κατά τις 10.
-Να με πάρετε μετά, να μου πείτε. (τύψεις, ενοχές)
-Καλά ρε μάνα.
-Μην το ξεχάσεις (τύψεις, ενοχές)
-Εντάξει ρε μάνα.

Αυτή είναι η ελληνίδα μάνα. Μπορεί να σε τσιτώσει, μπορεί να σε κάνει και κιμά.
Αναρωτιέμαι τι μάνα θα γίνει η *Αθηνά* μου...

Wednesday, June 18, 2008

Κάνει ζέστη, λέμε.

Λοιπόν, την τελευταία εβδομάδα έχω ένα θέμα!

Καταρχην βαριέμαι. Σούρνομαι. Και όσο πιο πολύ θέλω να σούρνομαι, τόση πιο πολλή δουλειά μου προκύπτει. Το ότι η *Αθηνά* μου βρίσκεται στην ίδια κατάσταση θα μπορούσε να με παρηγορήσει, αν δεν ήταν απολύτως δικαιολογημένη γενικώς και για όλα, ένεκα που γκαστρώθηκε.

Τώρα, το ζήτημα είναι το εξής. Πώς θα περάσει ο επόμενος μήνας, μέχρι τις διακοπές;; Πώς θα τη βγάλουμε φίλε Άρη;

Τουλάχιστον το θετικό είναι ότι τελείωσαν οι δουλειές που σχετίζονται με το γάμο. Οι χοντρές δηλαδή, γιατί ψιλολόγια έχουμε ακόμα. Να, κάννα δυό επιστροφές δώρων ακόμα, ένα σεβαστό υπόλοιπο εκκρεμές στο Κώστα τον Μπώντα και στην Παρουσίαση. Τις φωτογραφίες δεν έχουμε ανατυπώσει για τους γονείς, επίσης. Και αυτές τις ημέρες φτιάχνω το άλμπουμ από το ταξίδι στην Αυστρία. Ωραία πράγματα, δημιουργικά. Άσε που κάνω κεφάλι, μια ώρα να εισπνέω την Ούχου. Καίω εγκεφαλικά κύτταρα, από τα λιγοστά.

Σου-κου θα την κάνουμε στον εξωτικό Κόρφο Κορινθίας, όπου εξοχικό (τι νομίζατε, πήρα γυναίκα με προίκα)(αν κι εγώ είπα του μπαμπά της, με το βρακί της την παίρνω)(και όχι, δεν ήταν πονηρό υπονοούμενο αυτό).

Αυτά. Επίσης καταγγέλλω ότι ο Σνικόλας, η Τρίλιαν, ο Μουγκουάη, η Γωγώ, η Αλιτνίλω και γενικώς 9 στους 10 από τα λινκ μου βαριούνται πια να γράψουν και η Κωλόγρια έφυγε για νησί (η Κρουσίλω γλίτωσε τελευταία στιγμή). Διαλύθηκε και η βλογγόσφαιρα.

Αυτά τα αισιόδοξα. Ακούω παραγγελίες.

Thursday, June 12, 2008

Δημόσιο φορέβα, μπιτς! (που λέει ο λόγος)

Κάθε φορά που πηγαίνω σε μια δημόσια υπηρεσία, με πλημμυρίζει ένα δυσάρεστο συναίσθημα. Δεν ξέρω πώς να σας το περιγράψω. Σαν να είσαι 10 χρονών και να σε σέρνουν με το ζόρι να κοινωνήσεις, αφού πρώτα κοινωνήσουν οι 176 γέροι και γριές του χωριού και σαλιάσουν το κουτάλι (τυχαίο παράδειγμα).

Τέτοιο ενθουσιασμό νιώθω.

Έλα μου όμως που, όσο άσκημα ή δυσάρεστα και αν νιώθεις, αν μια δουλειά πρέπει να γίνει, δεν πρόκειται να φύγει, όσο και αν αυτοσυγκεντρωθείς.

Στη δική μου περίπτωση, αφού με χρήματα που μαζέψαμε στο γάμο αποπληρώσαμε τη Ζουμπουλία, έπρεπε να πάω στη διεύθυνση μεταφορών της νομαρχίας Αθηνών να κάνω άρση παρακράτησης (aka ξεκατσίκωμα) της άδειας.

Έφθασε που λέτε η μέρα. Που δεν χρειαζόταν να πάω στη δουλειά νωρίς, που είχα χρόνο να ξεκλέψω.

Οπλίστηκα με υπομονή. Είχα και μια δουλειά στο Θησείο, θα πάρκαρα στην παλιά τη γειτονιά, θα άφηνα τη Ζουμπουλία και μετά συγκοινωνίες.

Κολλάω στην κίνηση, κάνω αμάν να βρω πάρκινκ, ξέρετε τώρα, απλά καθημερινά πράγματα. Με τα πολλά παρκάρω, μαζεύω τα χαρτιά μου, πουπ πουπ ο συναγερμός, πάνω που κάνω ένα βήμα συνειδητοποιώ ότι άφησα στην Πεύκη όλα τα χαρτιά.

End of attempt one.

Ξαναέφθασε που λέτε η μέρα. Που δεν χρειαζόταν να πάω στη δουλειά νωρίς, που είχα χρόνο να ξεκλέψω. Αυτή τη φορά αποβραδίς τα χαρτιά στην τσάντα, μόνο στο λαιμό μου που δεν τα κρέμασα.

Μετά φεύγω για Εθνική Άμυνα. Κολλάω στην κίνηση, κάνω αμάν να βρω πάρκινκ, ξέρετε τώρα, απλά καθημερινά πράγματα. Τέλος πάντων, τα κατάφερα. Φτάνω, ωραίο κτίριο, καινούργιο, όχι σαν αυτά της εφορίας που μπαίνεις και σε πιάνει η ψυχή σου, σαν να διακτινίστηκες στη σοβιετική ένωση.

Ρωτάω τον πρώτο υπάλληλο πού πρέπει να πάω, μου εξηγεί ευγενέστατα.

Έλα τζίζους.

Τέλος πάντων, η αίσθηση της δημόσιας υπηρεσίας είναι παντού, χιλιάδες γέροι γεμάτοι απορίες, κάθε τόσο κάποιος υψώνει φωνή, κόσμος παντού, ουρές κλπ. Στο γκισέ που θέλω να πάω έχει μόλις μια κυρία. Έλα τζίζους. Περιμένω λοιπόν να την εξυπηρετήσουν. Και περιμένω. Και περιμένω. Η κυρία που είναι πίσω από το γκισέ, μια ξινή, σαν αυτές που διδάσκουν οικιακή οικονομία, με τα γυαλιά πρεσβυωπίας χαμηλά στη μύτη. Την κοιτώ, με κοιτά. Την κοιτώ, με κοιτά στραβωμένη. Με ψαρώνει και κοιτάζω αλλού.

Και συνεχίζει να εξυπηρετεί, τα ζά μου αργά. Όσο αργεί, τόσο νιώθω αυτό το πράγμα να ξεχειλίζει, αυτή την οργή, το «δεν υπάρχει κράτος», το «θα σας φέρω τα κανάλια», όλο εκεί είναι και σαλεύει μέσα μου.

Ψυχραιμία Γιωρίκα, σκέφτομαι. (go to your happy place, που έλεγε και η Φοίβη)

Έρχεται και η σειρά μου. Επιτέλους.

Η βασίλισσα των πάγων σηκώνεται και φεύγει. Μένω εκεί, με τα χαρτιά στο χέρι. Μετά από 5 λεπτά επιστρέφει. Τούρμπο εγώ. Με αγνοεί κανονικά, βοηθάει τον υπάλληλο στο διπλανό γκισέ. Φουντώνω εγώ, ανεβάζω πίεση.

Την καρφώνω όσο πιο επίμονα μπορώ (κιμά την έκανα). Σε κάποια φάση με κοιτάζει. Καταλαβαίνει ότι έχω στραβώσει και πλησιάζει. Με κοιτά, χωρίς να μιλά.

-Για άρση παρακράτησης…

-Και μεταβίβαση;

-Όχι.

-Συμπληρώστε αυτό! κάνει και μου δίνει ένα χαρτί. Πάω να το συμπληρώσω.

-Όχι εδώ κύριε, στο τραπέζι! λέει και με στέλνει πίσω. Μέχρι να συμπληρώσω το πολύπλοκο έντυπο (δηλαδή 1 λεπτό αργότερα) στην ουρά έχουν έρθει δύο γέροι. Γαμώ την τύχη μου, σκέφτομαι. Άρχισα να ρίχνω κατάρες στην υπάλληλο, να της καεί το μπλου ρέι ντισκ και το πλέιστέισον, να της ξανάρθει η περίοδος, να της λασπώνουν τα μακαρόνια, να την βάλουν κοινό σε εκπομπή του βέλτσου.

Η βασίλισσα των πάγων επαναλαμβάνει όλη την προηγούμενη ρουτίνα (φεύγει, ξανάρχεται, βοηθάει διπλανό υπάλληλο, αγνοεί τον δικό της). Μετά αρχίζει να εξυπηρετεί τον γέρο, που φυσικά και δεν έχει έρθει στο σωστό γκισέ αλλά σε αυτόν με τη λιγότερη ουρά, αλλά θέλει να εξυπηρετηθεί και δεν φεύγει. Γαμώ. Τον καρφώνω για να τον κάνω να νιώσει άσχημα (κιμά τον έκανα κι αυτόν).

Να μην σας τα πολυλογώ, ήρθε και πάλι η σειρά μου. Εγώ εντωμεταξύ τι να σας λέω, τούρμπο. Καπνούς από τα αυτιά έβγαζα.

Ήμουν έτοιμος για όλα.

«Τώρα θα κάνει καμιά μαλακία και θα φάει χριστοπαναγία», σκέφτηκα. Πήρα θέση μάχης.

Ή εγώ ή εσύ καριόλα. Ο θάνατός σου, η ζωή μου. Έσφιξα τις γροθιές μου.

Η βασίλισσα των πάγων πήρε το χαρτί από το χέρι μου. Το κοίταξε μέσα από τα χαμηλωμένα γυαλιά της. Μετά κοίταξε εμένα.

-Αύριο.

-Δηλαδή δεν χρειάζεστε κάτι άλλο…

-Αύριο, επαναλαμβάνει και μου δίνει μια απόδειξη.

Έφυγα σε κατάσταση κρίσης. Και πού να είχε ουρά.

Ηρέμησα περίπου μια ώρα αργότερα.

Φορ δε ρέκορντ, την άδεια την πήρα, μια χαρά, πράσινη σαν τον παναθηναϊκό και το παχύ γρασίδι.