Κάθε φορά που πηγαίνω σε μια δημόσια υπηρεσία, με πλημμυρίζει ένα δυσάρεστο συναίσθημα. Δεν ξέρω πώς να σας το περιγράψω. Σαν να είσαι 10 χρονών και να σε σέρνουν με το ζόρι να κοινωνήσεις, αφού πρώτα κοινωνήσουν οι 176 γέροι και γριές του χωριού και σαλιάσουν το κουτάλι (τυχαίο παράδειγμα).
Τέτοιο ενθουσιασμό νιώθω.
Έλα μου όμως που, όσο άσκημα ή δυσάρεστα και αν νιώθεις, αν μια δουλειά πρέπει να γίνει, δεν πρόκειται να φύγει, όσο και αν αυτοσυγκεντρωθείς.
Στη δική μου περίπτωση, αφού με χρήματα που μαζέψαμε στο γάμο αποπληρώσαμε τη Ζουμπουλία, έπρεπε να πάω στη διεύθυνση μεταφορών της νομαρχίας Αθηνών να κάνω άρση παρακράτησης (aka ξεκατσίκωμα) της άδειας.
Έφθασε που λέτε η μέρα. Που δεν χρειαζόταν να πάω στη δουλειά νωρίς, που είχα χρόνο να ξεκλέψω.
Οπλίστηκα με υπομονή. Είχα και μια δουλειά στο Θησείο, θα πάρκαρα στην παλιά τη γειτονιά, θα άφηνα τη Ζουμπουλία και μετά συγκοινωνίες.
Κολλάω στην κίνηση, κάνω αμάν να βρω πάρκινκ, ξέρετε τώρα, απλά καθημερινά πράγματα. Με τα πολλά παρκάρω, μαζεύω τα χαρτιά μου, πουπ πουπ ο συναγερμός, πάνω που κάνω ένα βήμα συνειδητοποιώ ότι άφησα στην Πεύκη όλα τα χαρτιά.
End of attempt one.
Ξαναέφθασε που λέτε η μέρα. Που δεν χρειαζόταν να πάω στη δουλειά νωρίς, που είχα χρόνο να ξεκλέψω. Αυτή τη φορά αποβραδίς τα χαρτιά στην τσάντα, μόνο στο λαιμό μου που δεν τα κρέμασα.
Μετά φεύγω για Εθνική Άμυνα. Κολλάω στην κίνηση, κάνω αμάν να βρω πάρκινκ, ξέρετε τώρα, απλά καθημερινά πράγματα. Τέλος πάντων, τα κατάφερα. Φτάνω, ωραίο κτίριο, καινούργιο, όχι σαν αυτά της εφορίας που μπαίνεις και σε πιάνει η ψυχή σου, σαν να διακτινίστηκες στη σοβιετική ένωση.
Ρωτάω τον πρώτο υπάλληλο πού πρέπει να πάω, μου εξηγεί ευγενέστατα.
Έλα τζίζους.
Τέλος πάντων, η αίσθηση της δημόσιας υπηρεσίας είναι παντού, χιλιάδες γέροι γεμάτοι απορίες, κάθε τόσο κάποιος υψώνει φωνή, κόσμος παντού, ουρές κλπ. Στο γκισέ που θέλω να πάω έχει μόλις μια κυρία. Έλα τζίζους. Περιμένω λοιπόν να την εξυπηρετήσουν. Και περιμένω. Και περιμένω. Η κυρία που είναι πίσω από το γκισέ, μια ξινή, σαν αυτές που διδάσκουν οικιακή οικονομία, με τα γυαλιά πρεσβυωπίας χαμηλά στη μύτη. Την κοιτώ, με κοιτά. Την κοιτώ, με κοιτά στραβωμένη. Με ψαρώνει και κοιτάζω αλλού.
Και συνεχίζει να εξυπηρετεί, τα ζά μου αργά. Όσο αργεί, τόσο νιώθω αυτό το πράγμα να ξεχειλίζει, αυτή την οργή, το «δεν υπάρχει κράτος», το «θα σας φέρω τα κανάλια», όλο εκεί είναι και σαλεύει μέσα μου.
Ψυχραιμία Γιωρίκα, σκέφτομαι. (go to your happy place, που έλεγε και η Φοίβη)
Έρχεται και η σειρά μου. Επιτέλους.
Η βασίλισσα των πάγων σηκώνεται και φεύγει. Μένω εκεί, με τα χαρτιά στο χέρι. Μετά από 5 λεπτά επιστρέφει. Τούρμπο εγώ. Με αγνοεί κανονικά, βοηθάει τον υπάλληλο στο διπλανό γκισέ. Φουντώνω εγώ, ανεβάζω πίεση.
Την καρφώνω όσο πιο επίμονα μπορώ (κιμά την έκανα). Σε κάποια φάση με κοιτάζει. Καταλαβαίνει ότι έχω στραβώσει και πλησιάζει. Με κοιτά, χωρίς να μιλά.
-Για άρση παρακράτησης…
-Και μεταβίβαση;
-Όχι.
-Συμπληρώστε αυτό! κάνει και μου δίνει ένα χαρτί. Πάω να το συμπληρώσω.
-Όχι εδώ κύριε, στο τραπέζι! λέει και με στέλνει πίσω. Μέχρι να συμπληρώσω το πολύπλοκο έντυπο (δηλαδή 1 λεπτό αργότερα) στην ουρά έχουν έρθει δύο γέροι. Γαμώ την τύχη μου, σκέφτομαι. Άρχισα να ρίχνω κατάρες στην υπάλληλο, να της καεί το μπλου ρέι ντισκ και το πλέιστέισον, να της ξανάρθει η περίοδος, να της λασπώνουν τα μακαρόνια, να την βάλουν κοινό σε εκπομπή του βέλτσου.
Η βασίλισσα των πάγων επαναλαμβάνει όλη την προηγούμενη ρουτίνα (φεύγει, ξανάρχεται, βοηθάει διπλανό υπάλληλο, αγνοεί τον δικό της). Μετά αρχίζει να εξυπηρετεί τον γέρο, που φυσικά και δεν έχει έρθει στο σωστό γκισέ αλλά σε αυτόν με τη λιγότερη ουρά, αλλά θέλει να εξυπηρετηθεί και δεν φεύγει. Γαμώ. Τον καρφώνω για να τον κάνω να νιώσει άσχημα (κιμά τον έκανα κι αυτόν).
Να μην σας τα πολυλογώ, ήρθε και πάλι η σειρά μου. Εγώ εντωμεταξύ τι να σας λέω, τούρμπο. Καπνούς από τα αυτιά έβγαζα.
Ήμουν έτοιμος για όλα.
«Τώρα θα κάνει καμιά μαλακία και θα φάει χριστοπαναγία», σκέφτηκα. Πήρα θέση μάχης.
Ή εγώ ή εσύ καριόλα. Ο θάνατός σου, η ζωή μου. Έσφιξα τις γροθιές μου.
Η βασίλισσα των πάγων πήρε το χαρτί από το χέρι μου. Το κοίταξε μέσα από τα χαμηλωμένα γυαλιά της. Μετά κοίταξε εμένα.
-Αύριο.
-Δηλαδή δεν χρειάζεστε κάτι άλλο…
-Αύριο, επαναλαμβάνει και μου δίνει μια απόδειξη.
Έφυγα σε κατάσταση κρίσης. Και πού να είχε ουρά.
Ηρέμησα περίπου μια ώρα αργότερα.
Φορ δε ρέκορντ, την άδεια την πήρα, μια χαρά, πράσινη σαν τον παναθηναϊκό και το παχύ γρασίδι.